Kurt Cobain - Δαιμονισμένος Άγγελος
Έχουν περάσει 17 χρόνια από τότε που ο Kurt Cobain πάτησε τη σκανδάλη. Για τον Θεοδόση Μίχο είναι σαν να μην πέρασε μια μέρα.
Καταλαβαίνεις πότε μια μπάντα σε έχει πραγματικά σημαδέψει, από τη δυσκολία σου να ξεκινήσεις να γράφεις κάτι γι’ αυτή. Είναι περίπου 2 το πρωί, είναι η τρίτη φορά που σηκώνω το καπάκι του mac, ανοίγω ένα λευκό doc και ξανά - μανά το παρατηρώ σαν χάνος να μένει άσπρο ξέξασπρο. Είναι εντυπωσιακό αυτό. Σου φέρνει τα πάνω κάτω. Γιατί δεν το περίμενες. Και μένεις να χάσκεις πάνω στην τραπεζαρία με τα αραδιασμένα βινύλια, τα περιοδικά με σχετικά αφιερώματα (όπως εκείνο του Ποπ+Ροκ που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του ’96, και στο οποίο άπαντες οι συντάκτες διάλεγαν love or hate στρατόπεδο), να χαζοδιαβάζεις ξανά και ξανά τα liner notes που έγραψε ο πάντα εύστοχος Thurston Moore για το With The Lights Out. Εκείνο το φοβερό και τρομερό box-set με ακυκλοφόρητες, live και κάθε λογής κακές εκτελέσεις της μπάντας που λάτρεψες στα δεκατρία σου, απεμπόλησες στα δεκάξι σου, συμπάθησες ξανά στα δεκαεννιά σου, για να τους ξεχάσεις ύστερα από λίγο, γύρω στα είκοσι τρία, και να αρχίσεις να χωνεύεις ότι αυτή ήταν, είναι και θα είναι η ακούσια αγαπημένη σου μπάντα• έστω κι αν η εκούσια θα είναι μία εντελώς διαφορετική, ενός τύπου με γλαδιόλες στην κωλότσεπη). Και για να θυμηθείς όλο αυτό το παραμύθι το 2009, λίγους μήνες προτού αφήσεις πίσω σου τα είκοσι εννιά.
Τελικά έγραψα κάτι για τους Nirvana, κάτι για τον Cobain. Αλλά και πάλι, αυτή η μπάντα, αυτός ο rocker, μου έχει αλλάξει τα πέταλα. Σ’ ευχαριστώ, Kurt. Άντε γαμήσου.Καταλαβαίνεις πότε μια μπάντα σε έχει πραγματικά σημαδέψει, από τη δυσκολία σου να ξεκινήσεις να γράφεις κάτι γι’ αυτή. Είναι περίπου 2 το πρωί, είναι η τρίτη φορά που σηκώνω το καπάκι του mac, ανοίγω ένα λευκό doc και ξανά - μανά το παρατηρώ σαν χάνος να μένει άσπρο ξέξασπρο. Είναι εντυπωσιακό αυτό. Σου φέρνει τα πάνω κάτω. Γιατί δεν το περίμενες. Και μένεις να χάσκεις πάνω στην τραπεζαρία με τα αραδιασμένα βινύλια, τα περιοδικά με σχετικά αφιερώματα (όπως εκείνο του Ποπ+Ροκ που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του ’96, και στο οποίο άπαντες οι συντάκτες διάλεγαν love or hate στρατόπεδο), να χαζοδιαβάζεις ξανά και ξανά τα liner notes που έγραψε ο πάντα εύστοχος Thurston Moore για το With The Lights Out. Εκείνο το φοβερό και τρομερό box-set με ακυκλοφόρητες, live και κάθε λογής κακές εκτελέσεις της μπάντας που λάτρεψες στα δεκατρία σου, απεμπόλησες στα δεκάξι σου, συμπάθησες ξανά στα δεκαεννιά σου, για να τους ξεχάσεις ύστερα από λίγο, γύρω στα είκοσι τρία, και να αρχίσεις να χωνεύεις ότι αυτή ήταν, είναι και θα είναι η ακούσια αγαπημένη σου μπάντα• έστω κι αν η εκούσια θα είναι μία εντελώς διαφορετική, ενός τύπου με γλαδιόλες στην κωλότσεπη). Και για να θυμηθείς όλο αυτό το παραμύθι το 2009, λίγους μήνες προτού αφήσεις πίσω σου τα είκοσι εννιά.
Κοιτάζω τη μούρη του Kurt στην αφίσα που τον έδειχνε en face και προσπαθώ να κλάψω για πάρτη του
Forever in debt to your priceless advice…
Δεν θυμάμαι πάρα πολλά πράγματα από την αγριεμένη grunge προ-εφηβεία μου. Δηλαδή, πολλά πράγματα σχετικά με τους Nirvana. Θυμάμαι σίγουρα τα καρό πουκάμισα, ένα χακί - λαδί - κάτι τέτοιο, τέλος πάντων, και ένα κόκκινο - μπλε, που ήταν ακόμη πιο ζεστό από το «χακί - λαδί - κάτι τέτοιο, τέλος πάντων», αλλά παρ’ όλ’ αυτά μού άρεσε περισσότερο κι ας έλιωνα στον ιδρώτα κάθε φορά που το έβαζα. Θυμάμαι να τα φοράω στο σχολείο, να τα φοράω στο σπίτι, να τα φοράω στα Goody’s, να τα φοράω στα πεζούλια που καθόμουνα με μπίρες περιπτέρου στο ένα χέρι και κρέπες γλυκές στο άλλο (γύρευε γιατί κάναμε αυτόν το συνδυασμό…). Θυμάμαι και τα All Star, όχι τα χρώματά τους, αλλά το ότι βρωμούσαν και έζεχναν, γιατί και αυτά τα φορούσα στο σχολείο, στο σπίτι και πάει λέγοντας. Θυμάμαι και εκείνη την («αλήστου μνήμης») νεανική εκπομπή, νομίζω Τελευταίο Θρανίο τη λέγανε, της οποίας οι παρουσιαστές –ένα κορίτσι και ένα αγόρι (που αργότερα νομίζω έκανε καριέρα ως παρουσιαστής στο ελληνικό Disney Club, αλλά μπορεί να κάνω και λάθος)– αφιέρωσαν μερικά λεπτά για να λύσουν τις απορίες μιας τηλεθεάτριας για το grunge κίνημα. Θυμάμαι μία γκόμενα - new entry στην τότε παρέα μου να μου λέει ότι μοιάζω με τον Cobain (το οποίο φυσικά ισχύει εξίσου με το να πεις ότι μοιάζω στον Gary Numan, δηλαδή καθόλου, αλλά ας όψεται το λιγδιασμένο μακρύ μαλλί). Θυμάμαι να φουσκώνω σαν παγόνι, ποιος ξέρει, πιθανότατα να ερεθίστηκα κιόλας (ηλίθιες εφηβικές ορμονικές διαταραχές). Θυμάμαι επίσης ότι δεν έκλαψα τη μέρα που ο Cobain βρέθηκε «αυτοτουφεκισμένος». Ήμουνα συντονισμένος –μπα, κολλημένος ήμουνα– στο MTV, έβλεπα τα breaking news, έβλεπα τον γενικότερο οδυρμό, VJs να σκίζουν τα ρούχα τους, κορίτσια να τραβάνε τα μαλλιά τους, αγόρια να σκίζουν ακόμη περισσότερο τα τζιν τους (το τερπνόν μετά του ωφελίμου, θα έλεγε ένας κυνικός), αλλά εγώ εκεί, ούτε δάκρυ, τίποτα. Θυμάμαι όμως να κλειδώνω την πόρτα του «παιδικού» μου δωματίου, να κάθομαι οκλαδόν πάνω στην κόκκινη - γκρι μοκέτα, να σηκώνω το κεφάλι, να κοιτάζω τη μούρη του Kurt στην αφίσα που τον έδειχνε en face, και να προσπαθώ να κλάψω για πάρτη του. Και αν σκεφτείς ότι το ίδιο είχα κάνει και στην κηδεία του συνονόματου παππού μου, καταλαβαίνεις ότι εκεί έγκειται το ειδικό βάρος ενός rock star σαν και αυτόν τον συμπλεγματικό, ξανθό Αμερικανό, με τα προβληματικά παιδικά χρόνια, με τα χαλασμένα στομάχια, με τις χιλιοτρυπημένες φλέβες, με τα διαλυμένα μυαλά (όχι, αυτό δεν είναι μακάβριο αστείο): το ότι με έναν διαολεμένα μαγικό τρόπο που ξεχωρίζει τα σύκα από τη… σκάφη, έκανε χιλιάδες, εκατομμύρια, κι εγώ δεν ξέρω πόσα, παιδιά σαν και μένα να νοιαστούν τόσο πολύ γι’ αυτόν, για τη μουσική του και μέσω αυτής για τους ίδιους τους τούς εαυτούς, ώστε να προσπαθούν να στάξουν ένα ή περισσότερα δάκρυα για πάρτη του. Το πόσοι το κατάφεραν και πόσοι όχι, ποσώς αλλάζει την ουσία, η οποία είναι μία κι άλλη καμία. Ότι κάπου εκεί, στα τέλη των ’80s έσκασε μύτη ένας τύπος που με όχημα μια μπάντα θα έβγαζε με τη δεύτερη ένα δίσκο (ξέρεις ποιον), που με έναν διαολεμένα απροσδιόριστο τρόπο θα γινόταν κτήμα μιας πιτσιρικαρίας η οποία δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να έχει ασχοληθεί on time με την indie-ligencia των ’80s (ως είθισται, μαθαίνεις μεγαλώνοντας) και γι’ αυτό είχε πήξει στο περμανάντ - rock (έστω και αν έλεγε ότι ακούει Ramones), ένα δίσκο που θα κέρδιζε και την αποδοχή των μεγαλυτέρων που κατάφερναν να μη χαλαστούν από το ότι το Smells like teen spirit θα κατέληγε εν μια νυκτί να ακούγεται ακόμη και σε σούπερ μάρκετ, ένα δίσκο που θα άρπαζε και τη χλεύη των κομπλεξικών, που χάνοντας το δάσος θα κολλούσαν στο ότι οι Nirvana είναι φτυστοί οι Pixies (που δεν είναι). Και μετά ως άλλος παρανοϊκός μάγκας δεν θα εξαργύρωνε την επιτυχία του, γιατί μη μου πει κανείς ότι το Albini-κό In Utero, όσο γαμάτος δίσκος κι αν είναι –που είναι!– θα απασχολούσε το μεγάλο κοινό αν δεν το είχε γράψει αυτός ο «φτωχός, γλυκός» ξανθομπάμπουρας με τα αδρά γένια και την ξερή φωνή.
Δεν θυμάμαι πάρα πολλά πράγματα από την αγριεμένη grunge προ-εφηβεία μου. Δηλαδή, πολλά πράγματα σχετικά με τους Nirvana. Θυμάμαι σίγουρα τα καρό πουκάμισα, ένα χακί - λαδί - κάτι τέτοιο, τέλος πάντων, και ένα κόκκινο - μπλε, που ήταν ακόμη πιο ζεστό από το «χακί - λαδί - κάτι τέτοιο, τέλος πάντων», αλλά παρ’ όλ’ αυτά μού άρεσε περισσότερο κι ας έλιωνα στον ιδρώτα κάθε φορά που το έβαζα. Θυμάμαι να τα φοράω στο σχολείο, να τα φοράω στο σπίτι, να τα φοράω στα Goody’s, να τα φοράω στα πεζούλια που καθόμουνα με μπίρες περιπτέρου στο ένα χέρι και κρέπες γλυκές στο άλλο (γύρευε γιατί κάναμε αυτόν το συνδυασμό…). Θυμάμαι και τα All Star, όχι τα χρώματά τους, αλλά το ότι βρωμούσαν και έζεχναν, γιατί και αυτά τα φορούσα στο σχολείο, στο σπίτι και πάει λέγοντας. Θυμάμαι και εκείνη την («αλήστου μνήμης») νεανική εκπομπή, νομίζω Τελευταίο Θρανίο τη λέγανε, της οποίας οι παρουσιαστές –ένα κορίτσι και ένα αγόρι (που αργότερα νομίζω έκανε καριέρα ως παρουσιαστής στο ελληνικό Disney Club, αλλά μπορεί να κάνω και λάθος)– αφιέρωσαν μερικά λεπτά για να λύσουν τις απορίες μιας τηλεθεάτριας για το grunge κίνημα. Θυμάμαι μία γκόμενα - new entry στην τότε παρέα μου να μου λέει ότι μοιάζω με τον Cobain (το οποίο φυσικά ισχύει εξίσου με το να πεις ότι μοιάζω στον Gary Numan, δηλαδή καθόλου, αλλά ας όψεται το λιγδιασμένο μακρύ μαλλί). Θυμάμαι να φουσκώνω σαν παγόνι, ποιος ξέρει, πιθανότατα να ερεθίστηκα κιόλας (ηλίθιες εφηβικές ορμονικές διαταραχές). Θυμάμαι επίσης ότι δεν έκλαψα τη μέρα που ο Cobain βρέθηκε «αυτοτουφεκισμένος». Ήμουνα συντονισμένος –μπα, κολλημένος ήμουνα– στο MTV, έβλεπα τα breaking news, έβλεπα τον γενικότερο οδυρμό, VJs να σκίζουν τα ρούχα τους, κορίτσια να τραβάνε τα μαλλιά τους, αγόρια να σκίζουν ακόμη περισσότερο τα τζιν τους (το τερπνόν μετά του ωφελίμου, θα έλεγε ένας κυνικός), αλλά εγώ εκεί, ούτε δάκρυ, τίποτα. Θυμάμαι όμως να κλειδώνω την πόρτα του «παιδικού» μου δωματίου, να κάθομαι οκλαδόν πάνω στην κόκκινη - γκρι μοκέτα, να σηκώνω το κεφάλι, να κοιτάζω τη μούρη του Kurt στην αφίσα που τον έδειχνε en face, και να προσπαθώ να κλάψω για πάρτη του. Και αν σκεφτείς ότι το ίδιο είχα κάνει και στην κηδεία του συνονόματου παππού μου, καταλαβαίνεις ότι εκεί έγκειται το ειδικό βάρος ενός rock star σαν και αυτόν τον συμπλεγματικό, ξανθό Αμερικανό, με τα προβληματικά παιδικά χρόνια, με τα χαλασμένα στομάχια, με τις χιλιοτρυπημένες φλέβες, με τα διαλυμένα μυαλά (όχι, αυτό δεν είναι μακάβριο αστείο): το ότι με έναν διαολεμένα μαγικό τρόπο που ξεχωρίζει τα σύκα από τη… σκάφη, έκανε χιλιάδες, εκατομμύρια, κι εγώ δεν ξέρω πόσα, παιδιά σαν και μένα να νοιαστούν τόσο πολύ γι’ αυτόν, για τη μουσική του και μέσω αυτής για τους ίδιους τους τούς εαυτούς, ώστε να προσπαθούν να στάξουν ένα ή περισσότερα δάκρυα για πάρτη του. Το πόσοι το κατάφεραν και πόσοι όχι, ποσώς αλλάζει την ουσία, η οποία είναι μία κι άλλη καμία. Ότι κάπου εκεί, στα τέλη των ’80s έσκασε μύτη ένας τύπος που με όχημα μια μπάντα θα έβγαζε με τη δεύτερη ένα δίσκο (ξέρεις ποιον), που με έναν διαολεμένα απροσδιόριστο τρόπο θα γινόταν κτήμα μιας πιτσιρικαρίας η οποία δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να έχει ασχοληθεί on time με την indie-ligencia των ’80s (ως είθισται, μαθαίνεις μεγαλώνοντας) και γι’ αυτό είχε πήξει στο περμανάντ - rock (έστω και αν έλεγε ότι ακούει Ramones), ένα δίσκο που θα κέρδιζε και την αποδοχή των μεγαλυτέρων που κατάφερναν να μη χαλαστούν από το ότι το Smells like teen spirit θα κατέληγε εν μια νυκτί να ακούγεται ακόμη και σε σούπερ μάρκετ, ένα δίσκο που θα άρπαζε και τη χλεύη των κομπλεξικών, που χάνοντας το δάσος θα κολλούσαν στο ότι οι Nirvana είναι φτυστοί οι Pixies (που δεν είναι). Και μετά ως άλλος παρανοϊκός μάγκας δεν θα εξαργύρωνε την επιτυχία του, γιατί μη μου πει κανείς ότι το Albini-κό In Utero, όσο γαμάτος δίσκος κι αν είναι –που είναι!– θα απασχολούσε το μεγάλο κοινό αν δεν το είχε γράψει αυτός ο «φτωχός, γλυκός» ξανθομπάμπουρας με τα αδρά γένια και την ξερή φωνή.
[poprocknews.gr]
